Λόγω της έλλειψης σχετικού ρυθμιστικού πλαισίου στην Ελλάδα, είναι εύκολο κάποιος να μπερδευτεί με όλους αυτούς τους τίτλους. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
1) Τον τίτλο «Ψυχολόγος» δικαιούται κάθε απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας. Η απόκτηση του τίτλου του ψυχολόγου έρχεται μαζί με την έκδοση σχετικής Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος από το Ελληνικό κράτος (τη δικαιούνται όσοι αποφοιτούν από το Ελληνικό Πανεπιστήμιο ή Πανεπιστήμιο του εξωτερικού που το πρόγραμμα του είναι εγκεκριμένο ως ακαδημαϊκά ισότιμο από το κράτος και το Υπουργείο Παιδείας). Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο ψυχολόγος είναι ταυτόχρονα και εκπαιδευμένος ψυχοθεραπευτής, καθώς η αποφοίτηση από το τμήμα ψυχολογίας παρέχει μόνο γενικές γνώσεις πάνω στο αντικείμενο της ψυχοθεραπείας. Για να μπορεί ένας ψυχολόγος να ασκήσει ψυχοθεραπεία, θα πρέπει να έχει εκπαιδευτεί επαρκώς σε ένα ή περισσότερα ψυχοθεραπευτικά μοντέλα μετά την αποφοίτησή του, από δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα που φέρει τις απαραίτητες πιστοποιήσεις.
Η διαδικασία στην οποία δύο άνθρωποι (θεραπευτής και θεραπευόμενος) συνομιλούν σε κάποιο γραφείο με στόχο την βελτίωση της ποιότητας ζωής του θεραπευόμενου, είναι η διαδικασία της ψυχοθεραπείας και ως εκ’ τούτου, χρειάζεται ένας ψυχολόγος ο οποίος είναι και εκπαιδευμένος ψυχοθεραπευτής, έτσι ώστε να έχετε τις βέλτιστες υπηρεσίες ψυχοθεραπείας που μπορείτε. Ένας ψυχολόγος χωρίς εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ένας άρτιος ψυχοθεραπευτής, καθώς η εκπαίδευση του δεν επαρκεί για αυτό.
2) Από την άλλη, υπάρχουν πολλοί εκπαιδευμένοι (ή και ανεκπαίδευτοι) ψυχοθεραπευτές, οι οποίοι δεν κατέχουν βασικό πτυχίο ψυχολογίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ναι μεν να υπάρχει εκπαίδευση σε ένα συγκεκριμένο ψυχοθεραπευτικό μοντέλο, αλλά να λείπουν βασικές και απαραίτητες επιστημονικές γνώσεις από το πεδίο της ψυχολογίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, θα δείτε συχνά να χρησιμοποιείται «σκέτος» ο τίτλος ψυχοθεραπευτής, ή οι τίτλοι σύμβουλος ψυχικής υγείας, ειδικός ψυχικής υγείας κτλ. Βασικό πρόβλημα εδώ αποτελεί το γεγονός ότι τους παραπάνω τίτλους, μπορεί να τους χρησιμοποιήσει κυριολεκτικά ο οποιοσδήποτε (ακόμα και κάποιος με μηδενική σχέση με το αντικείμενο!), καθώς δεν υπάρχει κάποιο σχετικό ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ελλάδα που να εγκρίνει τη χρήση τους και αρκεί μια απλή έναρξη επιχείρησης στην εφορία για να ανοίξει κάποιος μη εκπαιδευμένος ένα γραφείο.
Πριν ξεκινήσετε τη συνεργασία σας με κάποιο ειδικό, θα πρέπει να σιγουρευτείτε ότι α) είναι απόφοιτος Ψυχολογίας, β) είναι εκπαιδευμένος ψυχοθεραπευτής σε συγκεκριμένο μοντέλο ψυχοθεραπείας από εγκεκριμένο και πιστοποιημένο φορέα και γ) είναι κάτοχος Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος Ψυχολόγου
Ένας εκπαιδευμένος ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής μπορεί να σας βοηθήσει να ανακουφιστείτε από κάποιο κλινικό σύμπτωμα (έντονο άγχος, καταθλιπτική διάθεση, ψυχαναγκαστικές σκέψεις και καταναγκασμούς, φοβίες κτλ) αλλά και από ψυχολογική δυσφορία που προκύπτει από μη κλινικά, καθημερινά προβλήματα και δυσκολίες της ζωής (π.χ. χωρισμός, απώλεια, πένθος, ξαφνικές και απότομες αλλαγές ζωής, δυσκολίες στην επικοινωνία, αναβλητικότητα κ.ά.).
Είναι προτιμότερο να σκέφτεστε τον ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή σας, όχι ως κάποιον που θα λύσει το πρόβλημα για εσάς, όσο σαν έναν επιστήμονα που μπορεί να σας βοηθήσει να δείτε νέες πτυχές της κατάστασης, να σας ενθαρρύνει να εξετάσετε τις δικές σας σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές γύρω από το πρόβλημα, καθώς και το αν αυτές πιθανόν επιδεινώνουν την κατάσταση. Εφ’ όσον κριθεί απαραίτητο, ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής μπορεί να σας εκπαιδεύσει σε νέες δεξιότητες και αποτελεσματικότερους τρόπους αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζετε.
Όχι, δεν είναι απαραίτητο να έχετε κάποια ψυχική ασθένεια για να επισκεφτείτε έναν ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή. Η ψυχοθεραπεία είναι για όλους καθώς μπορεί να βοηθήσει και στα μη κλινικά προβλήματα της καθημερινότητας και της ζωής (π.χ. χωρισμός, απώλεια, πένθος, ξαφνικές και απότομες αλλαγές ζωής, δυσκολίες στην επικοινωνία, αναβλητικότητα κ.ά.). Μπορείτε να επισκεφθείτε έναν ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή ακόμα και αν δεν σας απασχολεί κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα και απλά επιθυμείτε να γνωρίστε καλύτερα τον εαυτό σας, να εμβαθύνετε την προσωπική σας ενδοσκόπηση ή να συζητήσετε κάποιο θέμα που δεν νιώθετε άνετα να μοιραστείτε με τον κοινωνικό σας περίγυρο.
Η συνομιλία με έναν ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή διαφέρει πολύ από τις κοινωνικές συζητήσεις με κοντινούς ανθρώπους. Αρχικά, ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής είναι εκπαιδευμένος να ακούει. Αυτό σημαίνει πως ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής είναι εκεί για σας χωρίς να σας κρίνει, χωρίς να σας πει τι θα έκανε ο ίδιος, χωρίς να αναφέρει δικές του εμπειρίες, χωρίς να έχει γνώμη και άποψη. Δεν θα σας πει ποτέ να μην αγχώνεστε ή να μην στεναχωριέστε, ούτε πως υπάρχουν και χειρότερα, ούτε πως όλα είναι στο μυαλό σας και άλλα πολλά που μπορεί να ακούσετε σε μια συνηθισμένη συζήτηση. Αντιθέτως, ένας εκπαιδευμένος ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής θα είναι συνοδοιπόρος σας στο να ανακαλύψετε εσείς τις δικές σας απαντήσεις, τα δικά σας θέλω, να καθορίσετε τους δικούς σας στόχους και θα σας βοηθήσει να φτάσετε σε αυτούς αποτελεσματικά. Πέρα όμως από τη διαφορετική φύση της συνομιλίας, η διαφορά ενός ψυχολόγου – ψυχοθεραπευτή με τον κοινωνικό περίγυρο είναι η επιστημονική κατάρτιση πάνω στα ψυχολογικά προβλήματα. Γνωρίζει τεκμηριωμένα, βασισμένα σε έρευνες επιστημονικά πρωτόκολλα, τα οποία και θα αξιοποιήσει με τον κατάλληλο τρόπο, προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα.
Στη διάρκεια μιας ψυχοθεραπείας, το πιθανότερο είναι πως θα μοιραστείτε με τον ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή σας προσωπικές σας σκέψεις, συναισθήματα, πράξεις, επιθυμίες κ.ά, όπως αρκετοί θρησκευόμενοι κάνουν στην εξομολόγηση. Ωστόσο, ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής δεν ενσωματώνει κάποιο συγκεκριμένο θρησκευτικό κώδικα στην πρακτική του, δεν υιοθετεί ορολογίες όπως σωστό, λάθος, καλό, κακό, αμαρτία, τιμωρία κτλ. Δεν είναι εκεί για να κρίνει, ούτε για να συγχωρέσει, ούτε για να δώσει άφεση. Αντιθέτως, ένας εκπαιδευμένος ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής θα είναι συνοδοιπόρος σας στο να ανακαλύψετε εσείς τις δικές σας απαντήσεις, τα δικά σας θέλω και πιστεύω, να καθορίσετε τους δικούς σας στόχους και θα σας βοηθήσει να φτάσετε σε αυτούς αποτελεσματικά.
Ο Ψυχίατρος είναι ιατρός, δηλαδή απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής με εξειδίκευση στην Ψυχιατρική. Γνωρίζει και εξειδικεύεται στο βιολογικό υπόβαθρο των κλινικών διαταραχών και συμπτωμάτων και μπορεί να συνδράμει στην επίλυσή τους με ιατρικές εξετάσεις, διάγνωση και διαφοροδιάγνωση καθώς και φαρμακευτική αγωγή όταν αυτό κριθεί απαραίτητο. Ο Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής δεν είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής και δεν κατέχει τις παραπάνω αρμοδιότητες, ούτε μπορεί να συνταγογραφήσει φάρμακα.
Ορισμένες φορές, ψυχίατρος και ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής χρειάζεται να συνεργαστούν για να υπάρξει ολοκληρωμένο θεραπευτικό αποτέλεσμα, καθώς κάποιες περιπτώσεις (π.χ. σχιζοφρένεια) δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν χωρίς τη χρήση φαρμακευτικής αγωγής και άλλες (π.χ. ψυχαναγκαστική – καταναγκαστική διαταραχή) δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ριζικά και ολοκληρωτικά χωρίς κατάλληλη ψυχοθεραπεία.
Σε πολλές περιπτώσεις δε, η ψυχοθεραπεία κρίνεται πιο αποτελεσματική από την φαρμακοθεραπεία (όπως φυσικά και το αντίστροφο), αναλόγως της περίπτωσης. Επίσης, δεν είναι λίγες οι φορές που ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακοθεραπείας (εφ’ όσον αυτή κρίνεται απαραίτητη) είναι ο πιο αποτελεσματικός συνδυασμός για την αντιμετώπιση ορισμένων ψυχολογικών προβλημάτων, τόσο βραχυπρόθεσμα, όσο και μακροπρόθεσμα.
Ένας εκπαιδευμένος Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής, καθώς και ένας Ψυχίατρος, μπορούν να σας βοηθήσουν να εξετάσετε τις επιλογές σας και να σας συμβουλέψουν να επιλέξετε την καλύτερη δυνατή θεραπεία για εσάς.
Η πρώτη συνεδρία είναι αναγνωριστική. Σε αυτή, ο θεραπευόμενος είναι ελεύθερος να μιλήσει για ότι θέλει, με όποιο τρόπο θέλει, συνήθως αναφέροντας τους λόγους που τον οδήγησαν στο γραφείο του ψυχολόγου – ψυχοθεραπευτή. Σε αυτή την πρώτη συνάντηση, ο θεραπευτής, κατά κύριο λόγο αφοσιώνεται στο να ακούσει προσεκτικά όσα έχει να πει ο θεραπευόμενος και χρειάζεται να κρίνει αν είναι ο κατάλληλος ειδικός για τον συγκεκριμένο θεραπευόμενο, ή αν χρειάζεται να παραπέμψει σε συνάδελφο ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή με διαφορετική εξειδίκευση, ή ψυχίατρο, αναλόγως της περίπτωσης (και θα ενημερώσει τον θεραπευόμενο για αυτό). Κατά τη διάρκεια της αφήγησης του θεραπευόμενου, πιθανόν ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής να χρειαστεί να κάνει διευκρινιστικές ερωτήσεις για να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες και τις ιδιαιτερότητες του υποψήφιου θεραπευόμενου και να κρατήσει κάποιες σχετικές σημειώσεις.
Εφ’ όσον ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής κρίνει ότι η εξειδίκευση και οι γνώσεις του επαρκούν για να βοηθήσουν τον συγκεκριμένο θεραπευόμενο, θα κανονίσουν από κοινού κάποιες πρώτες συναντήσεις (τις περισσότερες φορές τέσσερις είναι αρκετές) για να γίνει κατατοπιστική και πλήρης λήψη ιστορικού. Επιπλέον, σε κάποιες περιπτώσεις μετά τη λήψη ιστορικού, κρίνεται απαραίτητο να χορηγηθούν μία σειρά από ψυχομετρικά εργαλεία (π.χ. ερωτηματολόγια, τεστ) για τον πιο σαφή προσδιορισμό των δυσκολιών που αντιμετωπίζει το άτομο. Μετά το πέρας της λήψης του ιστορικού, ο θεραπευτής προτείνει στον θεραπευόμενο ένα συγκεκριμένο θεραπευτικό πλάνο, «κομμένο και ραμμένο» στις ανάγκες του θεραπευόμενου, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα, βασισμένο στο ιστορικό και τους στόχους που έχει θέσει ο θεραπευόμενος. Εφ’ όσον συμφωνήσουν στο θεραπευτικό πλάνο, η ψυχοθεραπευτική διαδικασία ξεκινάει.
Μία τυπική ψυχοθεραπευτική συνεδρία έχει διάρκεια πενήντα λεπτά (50’).
Συχνά, οι όροι ψυχοθεραπεία και ψυχανάλυση μπερδεύονται, με τον δεύτερο να χρησιμοποιείται λανθασμένα στη θέση του πρώτου. Η ψυχανάλυση, είναι μία από τις πολλές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις που υπάρχουν (όπως η Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία, η Προσωποκεντρική θεραπεία, η Συστημική Θεραπεία και διάφορες άλλες) και η «επικράτηση» αυτή οφείλεται στο ότι είναι η πρώτη ψυχοθεραπευτική μέθοδος που δημιουργήθηκε από τον Sigmund Freud πάνω από δύο αιώνες πριν. Κάποιος μπορεί να λέει «κάνω ψυχανάλυση», ενώ στην πραγματικότητα ο θεραπευτής του εξασκεί μία άλλη ψυχοθεραπευτική μέθοδο. Για να το πούμε απλά, ψυχοθεραπεία είναι σαν να λέμε φρούτο, ενώ ψυχανάλυση είναι σαν να λέμε μήλο. Η ψυχανάλυση είναι μία μορφή ψυχοθεραπείας, αλλά αντίθετα, κάθε ψυχοθεραπεία δεν είναι και ψυχανάλυση.
Μετά την αρχική γνωριμία και τη λήψη ιστορικού, ο θεραπευτής θα προτείνει ένα συγκεκριμένο θεραπευτικό πλάνο στον θεραπευόμενο, το οποίο, εκτός των άλλων, θα καθορίζει και τον χρόνο τον οποίο θα διαρκέσει η ψυχοθεραπεία, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ο θεραπευόμενος δεν μπορεί να συνεχίσει την ψυχοθεραπεία (πιθανόν με μία άλλη, τροποποιημένη πλέον μορφή) μετά το πέρας του εν λόγω διαστήματος, για λόγους προσωπικής ανάπτυξης και αναζήτησης, εφ’ όσον ο ίδιος το επιθυμεί.
Οι πληροφορίες τις οποίες μοιράζεται ο θεραπευόμενος με τον θεραπευτή είναι απόλυτης εμπιστευτικότητας. Ο κώδικας δεοντολογίας ορίζει πως το περιεχόμενο των συνεδριών είναι απόρρητο, έτσι η σχέση βασίζεται στην εχεμύθεια, την εμπιστοσύνη και την ειλικρίνεια. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις, κατά τις οποίες γίνεται άρση του απορρήτου. Αυτές είναι οι κάτωθι:
1) Όταν ο θεραπευτής κρίνει ότι ο θεραπευόμενος έχει σκοπό να βλάψει τον εαυτό του ή κάποιο άλλο πρόσωπο. Στην περίπτωση που η απειλή θεωρείται σοβαρή, ο θεραπευτής έχει υποχρέωση να επικοινωνήσει με τα κοντινά πρόσωπα του θεραπευόμενου (π.χ. σύζυγος, οικογένεια) και τις αρμόδιες αρχές ώστε να προστατευτούν τα πρόσωπα που απειλούνται.
2) Όταν ο θεραπευτής κρίνει ότι βλάπτεται η σωματική ή η ψυχολογική ακεραιότητα του θεραπευόμενου από τρίτα πρόσωπα.
3) Όταν ο θεραπευτής κρίνει ότι ένα παιδί ή ηλικιωμένος υφίσταται σωματική ή ψυχολογική κακοποίηση ή παραμέληση. Σε αυτή την περίπτωση ο θεραπευτής οφείλει να ειδοποιήσει τις κατάλληλες αρχές.
4) Όταν ο θεραπευτής κρίνει ότι υπάρχει επείγουσα ανάγκη για ιατρική/ψυχιατρική παρέμβαση.
5) Όταν ο θεραπευτής υποχρεούται από τις δικαστικές αρχές να επιδείξει τα αρχεία που αφορούν στον πελάτη.
Ναι, αν είστε ανήλικος θα χρειαστείτε την συγκατάθεση των γονέων ή των κηδεμόνων σας για να μπορέσετε να ξεκινήσετε την ψυχοθεραπεία. Στην πρώτη συνάντηση, θα χρειαστεί να σας συνοδεύει ένας τουλάχιστον γονέας ή κηδεμόνας για την αρχική γνωριμία και εφ’ όσον υπάρχει η έγκριση τους, μπορείτε να προχωρήσετε στην πρώτη θεραπευτική σας συνεδρία με τον ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή ιδιωτικά, χωρίς την παρουσία τους, εκτός αν κάτι τέτοιο ζητηθεί από εσάς ή κριθεί απαραίτητο από τον ψυχολόγο – ψυχοθεραπευτή.